Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.709.682 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βοηθός πωλήσεων

0,02 sec.
βοηθός πωλήσεων مساعد المبيعات
βοηθός πωλήσεων prodavač
βοηθός πωλήσεων ekspedient
βοηθός πωλήσεων Verkäufer
βοηθός πωλήσεων sales assistant
βοηθός πωλήσεων dependiente, vendedor
βοηθός πωλήσεων myyntiapulainen
βοηθός πωλήσεων vendeur
βοηθός πωλήσεων prodavač
βοηθός πωλήσεων commesso
βοηθός πωλήσεων 販売スタッフ
βοηθός πωλήσεων 판매원
βοηθός πωλήσεων verkoopassistent
βοηθός πωλήσεων salgsassistent
βοηθός πωλήσεων sprzedawca
βοηθός πωλήσεων assistente de vendas
βοηθός πωλήσεων продавец
βοηθός πωλήσεων expedit
βοηθός πωλήσεων พนักงานขาย
βοηθός πωλήσεων tezgahtar
βοηθός πωλήσεων người bán hàng
βοηθός πωλήσεων 销售助理


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.