Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.732.841 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βοηθώ

0,02 sec.
βοηθώ helfen
βοηθώ help, aid, assist
βοηθώ helpi
βοηθώ ayudar, socorrer
βοηθώ aitama
βοηθώ auttaa, opastaa
βοηθώ aider
βοηθώ aiutare
βοηθώ padėti
βοηθώ helpen
βοηθώ ajudar, socorrer
βοηθώ помогать
βοηθώ pomagati
βοηθώ hjälpa
βοηθώ يُساعد
βοηθώ pomoci
βοηθώ hjælpe
βοηθώ pomoći
βοηθώ 助ける
βοηθώ (남을) 돕다
βοηθώ hjelpe
βοηθώ pomóc
βοηθώ ช่วย
βοηθώ yardım etmek
βοηθώ giúp đỡ
βοηθώ 帮助


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.