| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.311.438 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βολεύω |
0,02 sec. |
|
βολεύω arranger suit ρ απρόσ βολεύει [vo'levi] εξυπηρετεί arranger ρ μεσοπαθ βολεύομαι [vo'levome] 1 βρίσκομαι σε άνετη κατάσταση s'installer confortablementse mettre à son aise βολεύομαι στην πολυθρόνα s'installer confortablement dans le fauteuil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|