| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.290.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βολεύω |
0,02 sec. |
|
|
βολεύω arranger suit
ρ απρόσ βολεύει [vo'levi] εξυπηρετεί arranger ρ μεσοπαθ βολεύομαι [vo'levome] 1 βρίσκομαι σε άνετη κατάσταση s'installer confortablementse mettre à son aise βολεύομαι στην πολυθρόνα s'installer confortablement dans le fauteuil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|