Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.896.290.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βολεύω

0,02 sec.
βολεύω arranger suit
ρ μετβ βολεύω [vo'levo]
1 τακτοποιώ rangerarranger
Κατάφερα να βολέψω όλα μου τα πράγματα. J'ai réussi à caser toutes mes affaires.
2 εξυπηρετώ servir
Αυτό το ωράριο με βολεύει. Cet horaire me convient.
3 βρίσκω άνετη δουλειά σε κπ caser
Τον βόλεψε στο υπουργείο. Il l'a casé au ministère.
τα βολεύω
τα βγάζω πέρα se débrouiller
ρ απρόσ βολεύει [vo'levi] εξυπηρετεί arranger
Με βολεύει να έρθω αύριο. Ça m'arrange de venir demain.
ρ μεσοπαθ βολεύομαι [vo'levome]
1 βρίσκομαι σε άνετη κατάσταση s'installer confortablementse mettre à son aise
βολεύομαι στην πολυθρόνα s'installer confortablement dans le fauteuil
2 κάνω συμβιβασμούς faire des concessions
Βολεύτηκε νωρίς. Il s'est casé trop tôt.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.