| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.886.976 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βολικός |
0,02 sec. |
|
βολικός comfortable, convenient, suitable, handy في المتناول po ruce praktisk praktisch a mano kätevä commode priručan utile 便利な 가까이 있는 handig for hånden zręczny conveniente удобный praktisk ใช้สะดวก el altında tiện sử dụng 手边的 επίθ α / θ / ουδ βολικός, βολική, βολικό [voli'kos, voli'ci, voli'ko] 1 που προσφέρει άνεση confortable βολικό κάθισμα un siège confortable 2 που εξυπηρετεί fonctionnel/-elle 3 ο μη απαιτητικός accommodant/-antecommode Είναι βολικός. Il est accommodant. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|