| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.295.167 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βορεινός |
0,01 sec. |
|
|
βορεινός متجه شمالاً βορεινός směřující na sever βορεινός nordgående βορεινός nach Norden führend βορεινός northbound βορεινός en dirección norte βορεινός pohjoiseen menevä βορεινός en direction du nord βορεινός koji vodi na sjever βορεινός verso nord βορεινός 北行きの βορεινός 북쪽으로 가는 βορεινός in noordelijke richting βορεινός nordgående βορεινός skierowany na północ βορεινός em direção norte, em direcção ao norte βορεινός идущий на север βορεινός nordgående βορεινός ซึ่งไปทางเหนือ βορεινός kuzeye doğru βορεινός về phía bắc βορεινός 北行的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|