Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.490.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βουλιάζω

0,01 sec.
βουλιάζω sag, sink يغرق ponořit synke sinken hundirse upottaa couler potonuti affondare 膿瘻 가라앉다 zinken synke zatonąć afundar-se тонуть sjunka จม batmak chìm xuống 下沉
ρ μετβ βουλιάζω [vu'ʎazo]
1 βυθίζω κτ immerger
βουλιάζω ένα πλοίο immerger un navire
2 βαθουλώνω enfonceremboutir
βουλιάζω τoν προφυλακτήρα του αυτοκινήτου emboutir/enfoncer le pare-chocs de la voiture
ρ αμετβ βουλιάζω
1 βυθίζομαι se blottir
To πλοίο βούλιαξε. Le bateau a coulé.
βουλιάζω στο βούρκο s'enfoncer dans la vase
2 βυθίζομαι μέσα σε μαλακή ύλη s'enfoncer
βουλιάζω σε μια πολυθρόνα s'enfoncer dans un fauteuil
3 είμαι γεμάτος από κτ s' enfoncer
βουλιάζω στα χρέη s'enfoncer dans les dettes
4 υποχωρώ προς τα κάτω s'affaissers'engloutir
Η σκεπή βούλιαξε. La toiture s'est affaissée.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.