| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.580.114 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βουλιάζω |
0,02 sec. |
|
βουλιάζω sag, sink يغرق ponořit synke sinken hundirse upottaa couler potonuti affondare 膿瘻 가라앉다 zinken synke zatonąć afundar-se тонуть sjunka จม batmak chìm xuống 下沉 ρ μετβ βουλιάζω [vu'ʎazo] ρ αμετβ βουλιάζω 1 βυθίζομαι se blottir βουλιάζω στο βούρκο s'enfoncer dans la vase 2 βυθίζομαι μέσα σε μαλακή ύλη s'enfoncer βουλιάζω σε μια πολυθρόνα s'enfoncer dans un fauteuil 3 είμαι γεμάτος από κτ s' enfoncer βουλιάζω στα χρέη s'enfoncer dans les dettes 4 υποχωρώ προς τα κάτω s'affaissers'engloutir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|