Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.091.034 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βουνό

0,04 sec.
βουνό berg muntanya hora bjerg Berg, Gebirge highlands, mountain, mount montaña, monte, sierra vuori montagne hegy gunung montagna, montagne, monte mons berg, gebergte berg, fjell góra montanha, monte, serra гора berg dağ جبل planina ภูเขา núi
ουσ ουδ βουνό [vu'no] μεγάλο φυσικό ύψωμα του εδάφους montagne
η κορυφή του βουνού le sommet de la montagne
διακοπές στο βουνό vacances à la montagne
εκδρομή στο βουνό excursion en montagne
ένα βουνό από
σωρός από une montagne de
ένα βουνό από βιβλία une montagne de livres
παίρνω τα βουνά
φεύγω πολύ μακριά prendre le large


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.