| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.622.825 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βουρτσίζω |
0,01 sec. |
|
βουρτσίζω brush يُنَظِف بالفرشاة vykartáčovat børste bürsten cepillar harjata brosser četkati spazzolare ブラシをかける 솔질하다 borstelen børste wyszczotkować escovar чистить щеткой borsta แปรง fırçalamak chải 刷 ρ μετβ βουρτσίζω [vur'tsizo] χρησιμοποιώ βούρτσα brosser βουρτσίζω τα παπούτσια μου brosser ses chaussures βουρτσίζω τα δόντια μου se brosser les dents Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|