| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.546.507 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βουτάω |
0,01 sec. |
|
βουτάω ρμετβ βουτάω, βουτώ [vu'tao, vu'to] 1 βυθίζω κτ σε υγρό tremper ραμετβ βουτάω κάνω βουτιά plonger βουτάω στο νερό plonger dans l'eau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|