Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.156.097 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βούβαλος

0,04 sec.
βούβαλος bubulus
βούβαλος buffalo
βούβαλος جاموسة
βούβαλος buvol
βούβαλος bøffel
βούβαλος Büffel
βούβαλος búfalo
βούβαλος puhveli
βούβαλος buffle
βούβαλος bivol
βούβαλος bufalo
βούβαλος 水牛
βούβαλος 버팔로
βούβαλος bizon
βούβαλος bøffel
βούβαλος bawół
βούβαλος búfalo
βούβαλος буйвол
βούβαλος buffel
βούβαλος กระบือ
βούβαλος manda
βούβαλος con trâu
βούβαλος 水牛


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.