Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.809.840.069 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βράζω

0,02 sec.
βράζω boil, brew, ferment, seethe bouillir, faire bouillir يَسلُق, يَغْلي uvařit koge kochen cocer, hervir keittää, kiehua kipjeti, kuhati bollire, far bollire 沸かす, 沸騰する ...을 끓이다, 끓다 koken koke ugotować się, zagotować się ferver варить, кипеть koka ต้ม, ทำให้เดือด kaynamak, kaynatmak đun sôi, sôi 沸腾, 煮沸
ρ μετβ βράζω ['vrazo]
1 ζεσταίνω μέχρι βρασμού faire bouillir
βράζω νερό faire bouillir de l'eau
2 μαγειρεύω σε νερό cuire (à l'eau)
βράζω πατάτες cuire des pommes de terre à l'eau
ρ αμετβ βράζω
1 κοχλάζω bouillirbouillonner
το νερό βράζει l'eau bout
2 μαγειρεύομαι cuire
Αφήστε να βράσει σε σιγανή φωτιά. Laissez cuire sur/à feu doux.
βράζω από θυμό
είμαι πολύ θυμωμένος être en colère


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.