| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.509.139 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βρίσκω |
0,02 sec. |
|
βρίσκω find trouver найти, находить يَجِد najít finde finden encontrar löytää naći trovare 見つける 찾다 vinden finne znaleźć encontrar hitta หา bulmak tìm thấy 找到 ρ μετβ βρίσκω ['vrisko] 5 συναντάω rencontrer (par hasard) τα βρίσκω με κπ συμφωνώ με κπ être d'accord avec qqn ρ μεσοπαθ βρίσκομαι ['vriskome] 1 είμαι κάπου se trouver 3 συναντιέμαι se retrouver 4 εντοπίζομαι être trouvé/-ée Βρέθηκε το πορτοφόλι. Le portefeuille a été trouvé. 5 είμαι σε κατάσταση se trouver βρίσκομαι αντιμέτωπος με se trouver en face de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|