| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.483.347 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βόλτα |
0,01 sec. |
|
βόλτα ramble, stroll, ride promenade, randonnée, tour, virée, se balader passeio تَجَوُّل procházka gåtur Spaziergang paseo kävely šetati passeggiata ぶらぶら歩き 산책 wandeling spasere przechadzka прогулка promenad การเดินทอดน่อง yürüyüş cuộc đi dạo 徜徉 ουσ θ βόλτα ['volta] κάλυψη διαδρομής προς ευχαρίστηση promenade κάνω βόλτα se promener κόβω βόλτες πάω πέρα δώθε oscillerse balancer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|