| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.479.378 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γέλιο |
0,01 sec. |
|
γέλιο Gelächter, Lachen laughter, laugh rire nevetés смех ضَحِك, ضحكة smích latter risa, risas nauru smijeh ridere, risata 笑い, 笑い声 웃음 gelach, lach latter, munterhet śmiech risada skratt เสียงหัวเราะ, การหัวเราะ gülüş, kahkaha tiếng cười 笑, 笑声 ουσ ουδ γέλιο ['ʝeʎo] ανθρώπινη αντίδραση rire; rigolade σκάωπεθαίνω στα γέλια mourir de rire ξεσπάω σε γέλια éclater de rire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|