| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.172.016 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γίνομαι |
0,01 sec. |
|
γίνομαι become, happen, be devenir يُصبِح stát (se) blive werden volverse tulla joksikin postati diventare ・・・になる ...이 되다 worden bli stać się tornar-se становиться bli กลายเป็น olmak trở nên 成为 ρ αμετβ γίνομαι ['ʝinome] 1 δηλώνει αλλαγή, μεταβολή devenirse transformer Ο πάγος έγινε νερό. La glace s'est transformée en eau. 3 δηλώνει συναισθηματική μεταβολή devenir γίνομαι έξαλλος être hors de soi ρ μεσοπαθ απρόσ γίνεται ['ʝinete] 2 δηλώνει ότι κτ μπορεί να πραγματοποιηθεί ή όχι être possible όσο γίνεται λιγότερο/περισσότερο το λιγότεροτο περισσότερο δυνατό le moins/le plus possible Χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο όσο γίνεται λιγότερο. J'utilise la voiture le moins possible. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|