| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.316.811 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γαμπρός |
0,02 sec. |
|
γαμπρός brother-in-law, groom, son-in-law, bridegroom sposo, genero زوج الإبنة, عريس ženich, zeť brudgom, svigersøn Bräutigam, Schwiegersohn novio, yerno sulhanen, vävy gendre, marié mladoženja, zet 娘の夫, 花婿 사위, 신랑 bruidegom, schoonzoon brudgom, svigersønn pan młody, zięć genro, noivo жених, зять brudgum, svärson เจ้าบ่าว, ลูกเขย damat chú rể, con rể 女婿, 新郎 ουσ α γαμπρός [ɣa'mbros] 2 ο σύζυγος της κόρης gendre 3 ο σύζυγος της αδερφής ή ο αδερφός της ή του συζύγου beau-frère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|