Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.316.811 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γαμπρός

0,02 sec.
γαμπρός brother-in-law, groom, son-in-law, bridegroom sposo, genero زوج الإبنة, عريس ženich, zeť brudgom, svigersøn Bräutigam, Schwiegersohn novio, yerno sulhanen, vävy gendre, marié mladoženja, zet 娘の夫, 花婿 사위, 신랑 bruidegom, schoonzoon brudgom, svigersønn pan młody, zięć genro, noivo жених, зять brudgum, svärson เจ้าบ่าว, ลูกเขย damat chú rể, con rể 女婿, 新郎
ουσ α γαμπρός [ɣa'mbros]
1 που πρόκειται να παντρευτεί marié
ο γαμπρός και η νύφη le marié et la mariée
2 ο σύζυγος της κόρης gendre
Ταξιδέψαμε με την κόρη μας και το γαμπρό μας. Nous avons voyagé avec notre fille et notre gendre.
3 ο σύζυγος της αδερφής ή ο αδερφός της ή του συζύγου beau-frère
Ο γαμπρός μου παράτησε την αδερφή μου. Mon beau-frère a abandonné ma sœur.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.