| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.290.401 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γαρνίρω |
0,02 sec. |
|
γαρνίρω يُزَين zastřihnout trimme zurechtschneiden trim recortar siistiä tailler podrezati spuntare 整える 깎아 다듬다 afknippen tilpasse przyciąć aparar приводить в порядок klippa ขลิบ kesip düzeltmek tỉa 修整 ρ μετβ γαρνίρω [ɣar'niro] για φαγητό, γλυκόδιακοσμώ, συνοδεύω accompagnergarnir γαρνίρω το κρέας με ρύζι accompagner la viande de riz Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|