| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.627.130 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γαϊδουράγκαθο |
0,01 sec. |
|
γαϊδουράγκαθο thistle chardon, cirse نبات الشيفونية bodlák tidsel Distel cardo ohdake čkalj cardo アザミ 엉겅퀴 distel tistel oset cardo чертополох tistel พันธุ์ไม้มีหนามจำพวกหนึ่ง deve dikeni cây kẽ 蓟 ουσ ουδ γαϊδουράγκαθο [ɣaiðu'raŋgaθo] είδος αγκαθιού chardon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|