| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.443.305 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γδέρνω |
0,01 sec. |
|
|
γδέρνω flay, skin, scratch يَخدِش poškrábat klø kratzen arañar raapaista griffer češati graffiare 引っ掻く 긁다 krassen klore podrapać riscar царапать repa ขูดออก çizmek làm xước 抓
ρ μετβ γδέρνω ['ɣðerno] ρ μεσοπαθ γδέρνομαι ['ɣðernome] γρατζουνιέμαι s'écorcher γδέρνομαι στ'αγκάθια s'écorcher sur les ronces Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|