| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.910.366 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γδύνω |
0,01 sec. |
|
γδύνω strip, undress يَنزَع الضمادة svléct (se) klæde sig af entkleiden desvestir riisuutua se déshabiller svući spogliarsi 服を脱ぐ 옷을 벗다 uitkleden kle av rozebrać despir-se раздевать klä av sig ถอดเสื้อผ้า soyunmak cởi quần áo 脱衣服 ρ μετβ γδύνω ['ɣðino] ξεντύνω déshabiller γδύνω το μωρό déshabiller le bébé ρ μεσοπαθ γδύνομαι ['ɣðinome] ξεντύνομαι se déshabiller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|