| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.020.815 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γελάω |
0,01 sec. |
|
γελάω يَضحَك zasmát (se) le lachen laugh reír nauraa rire smijati se ridere 笑う 웃다 lachen le wyśmiewać się rir смеяться skratta หัวเราะ kahkahayla gülmek cười 笑 ραμετβ γελάω, γελώ [ʝe'lao, ʝe'lo] με πιάνουν τα γέλια rirerigoler γελάω μέχρι δακρύων rire aux larmes γελάω με κπ κοροϊδεύω κπ se moquer de qqn ρ μεσοπαθ γελιέμαι [ʝe'ʎeme] κάνω λάθος se tromper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|