Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.866.883 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γελάω
(προωθήθηκε από γελιέμαι)

0,01 sec.
γελάω يَضحَك zasmát (se) le lachen laugh reír nauraa rire smijati se ridere 笑う 웃다 lachen le wyśmiewać się rir смеяться skratta หัวเราะ kahkahayla gülmek cười
ραμετβ γελάω, γελώ [ʝe'lao, ʝe'lo]
με πιάνουν τα γέλια rirerigoler
γελάω μέχρι δακρύων rire aux larmes
γελάω με κπ
κοροϊδεύω κπ se moquer de qqn
ρμετβ γελάω εξαπατώ tricher
γελάω κπ tromper qqn
ρ μεσοπαθ γελιέμαι [ʝe'ʎeme] κάνω λάθος se tromper


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.