| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.504.807.112 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γελοίος |
0,04 sec. |
|
γελοίος ludicrous, ridiculous επίθ γελοίος, γελοία, γελοίο [ʝe'lios, ʝe'lia, ʝe'lio] 1 που προκαλεί κοροϊδία καταντάω γελοίος 2 ασήμαντος γελοίο ποσό Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|