| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.695.949 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γελοιοποιώ |
0,01 sec. |
|
γελοιοποιώ ridicule, stultify ridicularizar ρ μετβ γελοιοποιώ [ʝeliopi'o] μειώνω κπ με ειρωνικά σχόλια ridiculiserbafouer γελοιοποιώ μια κατάσταση ridiculiser une situation γελοιοποιώ κπ δημόσια bafouer qqn publiquement ρ μεσοπαθ γελοιοποιούμαι [ʝeliopi'ume] εξευτελίζομαι être humilié/-éeêtre avili/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|