| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.456.756 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γελοιοποιώ |
0,01 sec. |
|
|
γελοιοποιώ ridicule, stultify ridicularizar
ρ μετβ γελοιοποιώ [ʝeliopi'o] μειώνω κπ με ειρωνικά σχόλια ridiculiserbafouer γελοιοποιώ μια κατάσταση ridiculiser une situation γελοιοποιώ κπ δημόσια bafouer qqn publiquement ρ μεσοπαθ γελοιοποιούμαι [ʝeliopi'ume] εξευτελίζομαι être humilié/-éeêtre avili/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|