| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.602.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γεμάτος |
0,01 sec. |
|
γεμάτος voll full, awash, crowded plein ممتليء plný fuld lleno täysi pun pieno 満ちて 가득한 vol full pełny cheio полный full เต็ม dolu đầy 满的 επίθ α / θ / ουδ γεμάτος, γεμάτη, γεμάτo [ʝe'matos, ʝe'mati, ʝe'mato] 1 πλήρης richesubstantiel/-elle 2 λίγο παχύς rondelet/-ettepotelé/-ée γεμάτη γυναίκα une femme rondelette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|