Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.966.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γεμίζω
(προωθήθηκε από γεμίζω την κοιλιά μου)

0,02 sec.
γεμίζω füllen fill, load remplir يَمْلأ naplnit fylde llenar täyttää puniti riempire いっぱいにする ...을 ...으로 채우다 vullen fylle napełnić encher наполнять fylla เติม doldurmak làm đầy 装满
ρ μετβ γεμίζω [ʝe'mizo]
1 κάνω κτ να μην έχει κενό μέσα του remplir
γεμίζω το ποτήρι με νερό remplir un verre avec de l'eau
2 ικανοποιώ recouvrirsatisfaire
Η δουλειά μου με γεμίζει. Mon travail me comble.
γεμίζω την κοιλιά μου
χορταίνω remplir son ventre
ρ αμετβ γεμίζω
1 είμαι γεμάτος être plein, pleine
Το θέατρο γέμισε. Le théâtre est plein.
2 καλύπτομαι από être rempli/-ie de
Γέμισα κοκκινίλες. Je suis plein de rougeurs.J'ai attrapé des rougeurs partout.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.