| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.449.430 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γεμιστός |
0,01 sec. |
|
γεμιστός επίθ α / θ / ουδ γεμιστός, γεμιστή, γεμιστό [ʝemi'stos, ʝemi'sti, ʝemi'sto] με γέμιση farci/-ie τομάτες γεμιστές des tomates farcies Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|