Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.814.393 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γενειοφόρος

0,03 sec.
γενειοφόρος barbu
γενειοφόρος مُلتحِ
γενειοφόρος vousatý
γενειοφόρος skægget
γενειοφόρος bärtig
γενειοφόρος bearded
γενειοφόρος barbudo
γενειοφόρος parrakas
γενειοφόρος bradat
γενειοφόρος barbuto
γενειοφόρος あごひげを生やした
γενειοφόρος 수염이 난
γενειοφόρος gebaard
γενειοφόρος skjeggete
γενειοφόρος brodaty
γενειοφόρος barbado
γενειοφόρος бородатый
γενειοφόρος skäggprydd
γενειοφόρος ที่เต็มไปด้วยหนวดเครา
γενειοφόρος sakallı
γενειοφόρος có râu
γενειοφόρος 有胡子的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.