| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.189.085 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γενιά |
0,04 sec. |
|
γενιά génération generation جيل generace generation Generation generación sukupolvi generacija generazione 世代 세대 generatie generasjon pokolenie geração поколение generation ชั่วอายุคน kuşak thế hệ 一代 θ γενιά [ʝe'ɲa] oι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί την ίδια περίοδο génération η μεταπολεμική γενιά la génération d'après-guerre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|