Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.801.263 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γενική αναισθησία

0,02 sec.
γενική αναισθησία مٌخَدِر كلي
γενική αναισθησία celková anestezie
γενική αναισθησία totalbedøvelse
γενική αναισθησία Vollnarkose
γενική αναισθησία general anaesthetic, general anesthetic
γενική αναισθησία anestesia general
γενική αναισθησία nukutus
γενική αναισθησία anesthésie générale
γενική αναισθησία generalna anestezija
γενική αναισθησία anestesia totale
γενική αναισθησία 全身麻酔
γενική αναισθησία 전신 마취
γενική αναισθησία narcose
γενική αναισθησία narkose
γενική αναισθησία znieczulenie ogólne
γενική αναισθησία anestesia geral
γενική αναισθησία общий наркоз
γενική αναισθησία narkos
γενική αναισθησία การวางยาสลบ
γενική αναισθησία genel anestezi
γενική αναισθησία gây mê toàn thể
γενική αναισθησία 全身麻醉


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.