| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.472.115 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γενικεύω |
0,01 sec. |
|
|
γενικεύω generalize يُعَمِم zobecnit generalisere verallgemeinern generalizar yleistää généraliser generalizirati generalizzare 法則化する 일반화하다 generaliseren generalisere uogólnić generalizar обобщать generalisera พูดคลุมทั่วๆไป genelleştirmek khái quát hóa 概括
ρ μετβ γενικεύω [ʝeni'cevo] συμπεραίνω γενικά, χωρίς διάκριση généraliser Μη γενικεύεις καλύτερα. Il vaut mieux ne pas généraliser. ρ μεσοπαθ γενικεύομαι [ʝeni'cevome] διευρύνω se généraliser Το κακό γενικεύτηκε. Le mal s'est généralisé. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|