Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.803.469.443 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γενικός
(προωθήθηκε από γενικό)

0,06 sec.
γενικός general, overall général, générique, universel عام všeobecný generel allgemein general yleinen opći generale 一般の 일반적인 algemeen generelt ogólny geral общий allmän โดยทั่วไป genel chung 普通的
επίθ α / θ / ουδ γενικός, γενική, γενικό [ʝeni'kos, ʝeni'ci, ʝeni'ko]
1 που αφορά όλους général/-ale
το γενικό συμφέρον l'intérêt général
γενικά χαρακτηριστικά les caractéristiques générales
2 που κατευθύνει ένα σύνολο λειτουργιών général/-ale
ο γενικός διακόπτης l'interrupteur général
o γενικός διευθυντής le directeur général


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.