Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.718.517 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γενικός γιατρός

0,02 sec.
γενικός γιατρός طبيب باطني
γενικός γιατρός obvodní lékař
γενικός γιατρός praktiserende læge
γενικός γιατρός praktischer Arzt
γενικός γιατρός family doctor, GP
γενικός γιατρός médico de cabecera
γενικός γιατρός yleislääkäri
γενικός γιατρός médecin généraliste
γενικός γιατρός liječnik opće prakse
γενικός γιατρός medico generico
γενικός γιατρός 一般医
γενικός γιατρός 일반 개업의
γενικός γιατρός huisarts
γενικός γιατρός allmennpraktiserende lege
γενικός γιατρός lekarz ogólny
γενικός γιατρός clínico geral
γενικός γιατρός терапевт
γενικός γιατρός allmänläkare
γενικός γιατρός ตัวย่อของแพทย์ทั่วไป
γενικός γιατρός pratisyen hekim
γενικός γιατρός bác sĩ đa khoa
γενικός γιατρός 全科医生


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.