| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.858.854 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γεννήτρια |
0,03 sec. |
|
γεννήτρια generator مولد generátor generator Generator generador generaattori générateur generator generatore 発電機 발전기 generator generator generator gerador генератор generator เครื่องกำเหนิดไฟฟ้า jeneratör máy phát 发电机 ουσ θ γεννήτρια [ʝe'nitria] μηχάνημα παραγωγής ηλεκτρισμού générateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|