| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.420.594 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γενναίος |
0,03 sec. |
|
γενναίος brave, courageous, gallant, valiant, bold, mettlesome شجاع odvážný tapper tapfer valiente urhea courageux hrabar coraggioso 勇敢な 용감한 moedig modig odważny valente мужественный modig กล้าหาญ cesur can đảm 勇敢的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|