| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.675.133 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γενναιόδωρος |
0,01 sec. |
|
γενναιόδωρος generous généreux generoso alicenap, cömert سخي štědrý generøs großzügig generoso antelias darežljiv generoso 気前のよい 인심 좋은 vrijgevig sjenerøs hojny щедрый generös ใจกว้าง hào phóng 慷慨的 επίθ α / θ / θ γενναιόδωρος, γενναιόδωρη, γενναιόδωρο [ʝene'oðoros, ʝene'oðori, ʝene'oðoro] που έχει διάθεση να προσφέρει généreux/-euse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|