| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.776.110.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γεννάω |
0,03 sec. |
|
γεννάω ρμετβ γεννάω, γεννώ [ʝe'nao, ʝe'no] 1 φέρνω στον κόσμο accouchermettre au monde Γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Elle a accouché d'un joli petit garçon. 2 (για ζώα) φέρνω στον κόσμο pondremettre bas Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|