| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.338.741 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γερατειά |
0,02 sec. |
|
γερατειά vieillesse πληθυντικός ουδ / ουσ γερατειά, γηρατειά [ʝera'tça, ʝira'tça] γεράματα vieillesse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|