| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.014.847 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γερός |
0,02 sec. |
|
γερός bon, dur, ferme, fort, robuste, rude, sain, violent, sensé generous, healthy, robust, sound, stout, sturdy سليم v dobrém stavu sund tadellos salvo vahingoittumaton zdrav sano 健全な 건전한 gezond sunn mocny sólido здоровый sund ที่ไม่เสียหาย sağlam lành lặn 良好的 επίθ α / θ / ουδ γερός, γερή, γερό [ʝe'ros, ʝe'ri, ʝe'ro] 2 ανθεκτικός solideferme γερή κατασκευή une construction solide επίρρ γερά [ʝe'ra] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|