| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.513.660 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γεωργία |
0,02 sec. |
|
|
γεωργία agriculture, Georgia agrikulturo, Kartvelio agriculture, Géorgie agricultura Georgien, Landwirtschaft Грузия, сельское хозяйство جورجيا, زِرَاعة Gruzie, zemědělství Georgien, landbrug agricultura, Georgia Georgia, maatalous Gruzija, poljoprivreda agricoltura, Georgia グルジア, 農業 그루지야, 농업 Georgië, landbouw Georgia, landbruk Gruzja, rolnictwo agricultura, Geórgia Georgien, jordbruk การเกษตรกรรม, ประเทศจอร์เจีย Gürcistan, tarım nông nghiệp, nước Georgia 乔治亚, 农业 農業 חקלאות
ουσ θ γεωργία [ʝeor'ʝia] η καλλιέργεια της γης agriculture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|