| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.515.167 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γεωργικός |
0,01 sec. |
|
|
γεωργικός agrikultura agricole زراعي zemědělský landbrugs- landwirtschaftlich agricultural agrícola maatalous- poljoprivredni agricolo 農業の 농업의 agrarisch landbruks- rolniczy agrícola сельскохозяйственный jordbruks- ที่เกี่ยวกับเกษตรกรรม tarımsal thuộc nông nghiệp 农业的, 农业 農業 חקלאי
επίθ α / θ / ουδ γεωργικός, γεωργική, γεωργικό [ʝeorʝi'kos, ʝeorʝi'ci, ʝeorʝi'ko] σχετικός με τη γεωργία agricole γεωργικός συνεταιρισμός une coopérative agricole Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|