Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.803.468.845 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γεύση

0,01 sec.
γεύση طعم, نكهة Geschmack taste, flavour, savour, flavor gusto, sabor maku saveur, goût íz gusto smaak gust вкус, аромат okus sabor, gosto chuť smag okus smak, smaksvariant smak smak รสชาด, รสชาติ tat mùi vị, vị 味道, 滋味
ουσ θ γεύση ['ʝefsi]
1 η αίσθηση όταν βάζουμε κτ στο στόμα goût
Η γλώσσα είναι όργανο της γεύσης. La langue est l'organe du goût.
2 η αίσθηση που μας δίνουν τα τρόφιμα goûtsaveur
αλμυρήγλυκιά γεύση goût salé/sucré
ξινήπικρή γεύση goût acide/amer
η γεύση του ανανά la saveur de l'ananas


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.