| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.517.408 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γηγενής |
0,02 sec. |
|
|
γηγενής native, aboriginal γηγενής بلدي γηγενής rodný γηγενής indfødt γηγενής Heimat- γηγενής natal γηγενής synnyin- γηγενής natif γηγενής domaći γηγενής nativo γηγενής 出生地の γηγενής 태어난 γηγενής autochtoon γηγενής innfødt γηγενής rodzimy γηγενής nativo γηγενής родной γηγενής infödd γηγενής พื้นเมือง γηγενής yerli γηγενής thuộc nơi sinh γηγενής 本国的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|