| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.425.377 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γιαγιά |
0,01 sec. |
|
γιαγιά Großmutter grandmother, gran, grandma, granny avino abuela grand-mère nagyanya nonna お祖母さん, 祖母 할머니 avia grootmoeder, oma babka, babcia бабушка бабуся avó أم الأب أو الأم babička bedstemor isoäiti baka bestemor farmor ย่า ยาย büyükanne bà 祖母 ουσ θ γιαγιά (γιαγιάδες [ja'jaðes] πληθυντικός) [ja'ja] η μητέρα της μητέρας ή του πατέρα μου grand-mère; mamie |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|