| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.525.008 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
γιαγιά |
0,02 sec. |
|
|
γιαγιά Großmutter grandmother, gran, grandma, granny avino abuela grand-mère nagyanya nonna お祖母さん, 祖母 할머니 avia grootmoeder, oma babka, babcia бабушка бабуся avó أم الأب أو الأم babička bedstemor isoäiti baka bestemor farmor ย่า ยาย büyükanne bà 祖母 Баба 祖母 סבתא
ουσ θ γιαγιά (γιαγιάδες [ja'jaðes] πληθυντικός) [ja'ja] η μητέρα της μητέρας ή του πατέρα μου grand-mère; mamie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|