| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.576.088 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γιλέκο |
0,01 sec. |
|
γιλέκο vest, waistcoat, undershirt chaleco, camiseta de tirantes صدرية, صديري tílko, vesta vest Unterhemd, Weste aluspaita, liivi débardeur, gilet majica bez rukava, prsluk canottiera, gilet ウエストコート, 肌着 (남자용) 속 셔츠, 조끼 vest vest kamizelka camiseta, colete жилет undertröja, väst เสื้อกั๊ก atlet, yelek áo gi-lê, áo lót 背心, 马甲 ουσ ουδ γιλέκο [ʝi'leko] κοντό ρούχο χωρίς μανίκια gilet Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|