| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.491.194 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γκαρνταρόμπα |
0,02 sec. |
|
γκαρνταρόμπα wardrobe, cloakroom حجرة لحفظ المعاطف šatna garderobe Garderobe guardarropa vaatesäilytys vestiaire garderoba guardaroba クローク 휴대품 보관소 garderobe garderobe szatnia vestiário гардероб kapprum ห้องเก็บเสื้อโค๊ท vestiyer phòng để mũ áo 衣帽间 ουσ θ γκαρνταρόμπα [garnda'roba] 1 το σύνολο των ρούχων σε μια ντουλάπα garde-robe συμπληρώνω την γκαρνταρόμπα μου compléter sa garde-robe ανανεώνω την γκαρνταρόμπα μου renouveler sa garde-robe Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|