| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.081.141 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γλιστερός |
0,09 sec. |
|
γλιστερός slippery زَلِق kluzký glat rutschig resbaladizo liukas glissant sklizak scivoloso 滑りやすい 미끄러운 glibberig glatt śliski escorregadio скользкий hal ลื่นไถล kaygan trơn 滑的 επίθ α / θ / ουδ γλιστερός, γλιστερή, γλιστερό [ɣliste'ros, ɣliste'ri, ɣliste'ro] που γλιστράει glissant/-ante γλιστερές πλάκες des dalles glissantes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|