Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.327.024 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

γλυκός

0,02 sec.
γλυκός sweet, balmy doux, sucré сладкий حلو sladký sød süß dulce makea sladak dolce 甘い zoet søt słodki doce söt หวาน tatlı ngọt 甜的
επίθ α / θ / ουδ γλυκός, γλυκιά, γλυκό [ɣli'kos, ɣli'ca, ɣli'ko]
1 που έχει γλυκιά γεύση sucré/-éedoux, douce
γλυκός καφές un café sucré
γλυκό κρασί un vin doux
2 που δεν έχει αλάτι doux
γλυκό νερό de l'eau douce
3 απαλός, τρυφερός doux
γλυκιά μουσική une musique douce
κάνω τα γλυκά μάτια σε κπ
δείχνω πως κπ ή κτ μου αρέσει faire les yeux doux à qqn
Γλυκέ μου!/Γλυκιά μου!
τρυφερή προσφώνηση Mon trésor !
ουσ ουδ γλυκό
παρασκεύασμα με γλυκιά γεύση gâteau; dessert


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.