| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.300.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
γλωσσικός |
0,01 sec. |
|
γλωσσικός lingual, linguistic επίθ θ / ουδ γλωσσικός, γλωσσική, γλωσσικό [ɣlosi'kos, ɣlosi'ci, ɣlosi'ko] σχετικός με τη γλώσσα linguistiquede langue έχω γλωσσικές γνώσεις avoir des connaissances linguistiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|